προπαγανδιστικός


προπαγανδιστικός
-ή, -ό, Ν [προπαγανδίζω]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην προπαγάνδα ή που γίνεται για προπαγάνδα (α. «προπαγανδιστική εκδήλωση» β. «προπαγανδιστικά φυλλάδια»)
2. φρ. «προπαγανδιστική τέχνη» — τέχνη που χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει, να χειραγωγήσει ή να διατηρήσει επιθυμητές διαθέσεις, πεποιθήσεις ή πράξεις σε ένα πλήθος ανθρώπων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προπαγανδιστικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην προπαγάνδα: Προπαγανδιστικό φυλλάδιο. – Προπαγανδιστικό έντυπο κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.